διακόνῳ

διᾱκόνῳ , διάκονος
servant
masc dat sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακονώ — ρ. μετβ. 1) служить, прислуживать; 2) служить дьяконом …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • διακονώ — (AM διακονῶ, έω Α και ιων. τ. διηκονέω) 1. υπηρετώ, περιποιούμαι κάποιον 2. είμαι διάκονος στην εκκλησία 3. παρέχω βοήθεια, ελεώ μσν. νεοελλ. διακονεύω, ζητιανεύω αρχ. μσν. 1. προσφέρω πρόθυμα τις υπηρεσίες μου σε κάποιον 2. διακονοῡμαι εξυπηρετώ …   Dictionary of Greek

  • διακονώ — διακόνησα, υπηρετώ ανιδιοτελώς και φιλανθρωπικά: Τα παιδιά πρέπει να διακονούν τους γέροντες γονείς τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακονῶ — διᾱκονῶ , διακονέω minister pres subj act 1st sg (attic epic doric) διᾱκονῶ , διακονέω minister pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • COLUMBAE Internuneiae — olim hodieque adhibitae, Pernicissimus enim earum volatus, cumque reliquae omnes aves, volando fessae, super petram aut super arborem, sugiant et capiantur: sola columba, cum fessa est, alarum unam comprimit, et alterâ volat, sicque evadit, uti… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αδιακόνητος — η, ο (Α ἀδιακόνητος, ον) [διακονῶ] νεοελλ. αυτός που δεν διακονείται, δεν τόν υπηρετούν, ο αβοήθητος αρχ. ανεκτέλεστος …   Dictionary of Greek

  • διακονητής — διακονητής, ο, διακονήτρια, η (Μ) [διακονώ] 1. υπηρέτης 2. νεαρός καλόγηρος που υπηρετεί ηλικιωμένον καλόγηρο, υποτακτικός …   Dictionary of Greek

  • διακόνημα — το (AM διακόνημα) [διακονώ] 1. υπηρεσία που προσφέρει ένας κατώτερος προς έναν ανώτερο ή ένας νεώτερος σε έναν μεγαλύτερο μσν. νεοελλ. υπηρεσία που εκτελεί καλόγηρος για ορισμένο χρονικό διάστημα αρχ. 1. υπηρεσία υποδεέστερης σημασίας 2. ιερατικό …   Dictionary of Greek

  • διακόνησις — ( εως), η (Α) [διακονώ] υπηρεσία, εξυπηρέτηση …   Dictionary of Greek

  • επακολουθώ — (AM ἐπακολουθῶ, έω) ακολουθώ ύστερα από κάτι, συνοδεύω, ακολουθώ ως αποτέλεσμα («μετά τον γάμο θα επακολουθήσει δεξίωση») (αρχ. μσν.) ακολουθώ, συντροφεύω αρχ. 1. βγαίνω, πηγαίνω συντροφιά με κάποιον, συνοδεύω 2. κατανοώ τα λεγόμενα κάποιου,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.